Τρίτη, 17 Αυγούστου 2010

ΑΓΑΠΩ ΘΑ ΠΕΙ ΧΑΝΟΜΑΙ - ΚΡΙΤΙΚΗ


Έχουν γράψει πολλές κριτικές για το βιβλίο μου και τους ευχαριστώ όλους μέσα από την καρδιά μου. Περισσότερο από όλους ευχαριστώ εσάς που το στείλατε και το στέλνετε τόσο συχνά στα ΕΥΠΩΛΗΤΑ. Το ΑΓΑΠΩ ΘΑ ΠΕΙ ΧΑΝΟΜΑΙ, έχει κάτι το μαγικό μέσα του! Αλήθεια! Μου στέλνει πίσω και με το παραπάνω όλη την αγάπη με την οποία το έγραψα... Αποδεικνύει πως όση περισσότερη αγάπη προσφέρεις, τόση περισσότερη αγάπη παίρνεις πίσω...

Όταν διάβασα τον Ιούλιο, την κριτική της Ελισάβετ Σπαντιδάκη, στην εφημερίδα ΘΕΣΣΑΛΙΑ, τα έχασα. Δάκρυσα... Γιατί, γιατί ένιωσα πως ήταν δίπλα μου όταν έγραφα, ένιωσα πως χώθηκε κι εκείνη μέσα στο βιβλίο, έγινε μια από τις ηρωίδες μου. Δεν μπορώ να μην την αναρτήσω. Αυτήν την κριτική, την πολύτιμη για μένα, τη φυλάω και θα τη φυλάω πάντα μέσα στην καρδιά μου...

Ελισάβετ μου, δεν έχω λόγια...



Της ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΣΠΑΝΤΙΔΑΚΗ, κριτικός λογοτεχνίας

εφημερίδα ΘΕΣΣΑΛΙΑ, 11 ΙΟΥΛΙΟΥ 2010

Πολυχρωμία και πολυπολιτισμικότητα από τη Ρένα Ρώσση - Ζαΐρη

«Aγαπώ θα πει χάνομαι» στο τελευταίο της βιβλίο



Πολυφωνία, πολυχρωμία και πολυπολιτισμικότητα. Αυτά διακρίνουν κυρίως το βιβλίο της Ρένας Ρώσση - Ζαΐρη, αλλά ήδη, κοιτώντας την κοπέλα να χαμογελά στο εξώφυλλο, σαν τον ήλιο ίδια, καταλαβαίνεις ότι δεν είναι μια συλλογή εικόνων. Η Ελίνα αγκαλιάζει τα λουλούδια και γίνεται και κείνη ένα με αυτό, σαν να μην είχε ποτέ της την παραμικρή έγνοια. Σαν να ήταν όλη της η ζωή ανθόσπαρτη.



Oι ζωές όμως της Ελίνας, της Μαρίνας και της Αλεξάνδρας ποτέ δεν υπήρξαν έτσι. Απόγονοι μιας από τις πιο εύπορες οικογένειες της Ελλάδας, είναι προικισμένες με τα πάντα πλην το κυριότερο: την αγάπη. Όλα ξεκινάνε από τον πατέρα, τον Διονύση Λέκκα, μεγαλοβιομήχανο, ψυχρό και απόμακρο. Η μητέρα τους παρατημένη από κάθε ανθρώπινο συναίσθημα, βρίσκει παρηγοριά έξω από το σπίτι, έξω από την αγκαλιά του άντρα της.

Τα κορίτσια, είτε από αντίδραση, είτε από φυσική συνέπεια, αποκτούν η κάθε μία τον δικό της χαρακτήρα, χωρίς επιρροές, χωρίς τις επιδράσεις η μια στην άλλη. Κάθε άλλο παρά σαν αδέλφια συμπεριφέρονται – λες και μεγάλωσαν όλες μαζί σ' ένα σπίτι από ανάγκη κι όχι γιατί αποτελούν μέλος μιας οικογένειας. Στην οικογένεια Λέκκα, οι δεσμοί δεν είναι τίποτα άλλο παρά τυπικοί. Κι έτσι, τα κορίτσια ξεκινούν να βρουν μόνες αυτό που δεν κατάλαβαν, ένιωσαν, πήραν. Την αγάπη. Κάπου εκεί κρύβεται και ο Δημήτρης. Κάπου μακριά, δίχως τη γνώση της ύπαρξής τους. Ένα παιδί που κάθε άλλο παρά στη χλιδή μεγάλωσε. Ένας άντρας που κι αυτός, λες κι από σύμπτωση, στερήθηκε όσο τίποτα την αγάπη.

Δεν είναι τόσο η πλοκή αυτή που σε κρατάει μέσα στο βιβλίο, όσο η αμεσότητα και η ηπιότητα της γραφής της Ρένας Ρώσση - Ζαΐρη. Οι χαρακτήρες της θα μπορούσαν να βρίσκονται δίπλα μας. Θα μπορούσαν να είναι φίλοι μας. Θα μπορούσαν να είναι κομμάτια του εαυτού μας. Γιατί είναι δύσκολο να μην ταυτιστείς τουλάχιστον με έναν από αυτούς. Απτά πρόσωπα, αληθινά, που νομίζεις ότι θα απλώσεις το χέρι σου και θα είναι εκεί, θα μπορείς να τους αγγίξεις ή ότι μόλις τους είδες να σε προσπερνάνε στο διάβα τους. Καθ' υπερβολή, είναι λίγο παραπάνω χαρακτηριστικοί απ' ότι πρέπει, λίγο παραπάνω ο εαυτός τους. Χωρίς όμως αυτό να τους καθιστά μονοδιάστατους.

Ίσα - ίσα, ζουν τη ζωή τους με την ίδια πολλαπλάσια υπερβολή και μέσα από τα είδωλά τους, ο αναγνώστης αναγνωρίζει εαυτό, καταστάσεις, πρόσωπα.

Ο Διονύσης Λέκκας είναι σαν τον Δία, όπως πολύ εύστοχα αποδίδει τον χαρακτηρισμό και η συγγραφέας. Η Αλεξάνδρα μοιάζει με την αντιλόπη: ανεξάρτητη, έτοιμη να απομακρυνθεί στην παραμικρή κίνηση, στον παραμικρό ήχο, πάντα σ' ετοιμότητα. Η Μαρίνα, το «παιδί – σάντουιτς», η καταπιεσμένη από όλες τις πλευρές. Όχι πως αυτό συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς της. Δεν ήταν τα αδέλφια της αυτά που την έκαναν να ασφυκτιά και να θέλει να αποδράσει. Οι γονείς της ήταν και η τάση τους να συναγωνίζονται με την αδιαφορία τους. Κι ας μην το έδειχναν μόνο σε εκείνη. Η Μαρίνα όμως, το έπαιρνε προσωπικά. Αυτή που τους εξέπληξε όλους, που αποποιήθηκε κάθε τι προσωπικό και πέρασε από την απόλυτη απομόνωση στην απόλυτη προσφορά, ήταν η Ελίνα. Η Ελίνα, βέβαια, από καμιά άποψη δεν εθεωρείτο φυσιολογική. Όχι, για τον αυτισμό της, όχι για το χάρισμά της να επικοινωνεί με τα λουλούδια, αλλά γιατί ήταν το μοναδικό πλάσμα που κέρδισε ένα αληθινό φιλί από τον Διονύση Λέκκα. Ένα φιλί-μυστικό. Αρκετό για να αλλάξει τον κόσμο τους.

Θέλει κότσια να πιάσεις το θέμα του αυτισμού και να βγεις αλώβητος από το κοινό σου. Θέλει επίσης σθένος να μιλήσεις σαν μάνα που αδιαφορεί για τα παιδιά της και σαν κόρη που μισεί τους γονείς της. Όχι ότι είναι ασυνήθιστο.

Η Ρένα Ρώσση - Ζαΐρη είναι ασυνήθιστη συγγραφέας και το μεταφέρει στον αναγνώστη με την προσωπική της σφραγίδα: την τρυφερότητα. Όποιες αντιξοότητες ή κακουχίες κι αν περνάνε οι ήρωές της, η γλυκιά, αέρινη τρυφερότητα της συγγραφέα είναι σήμα κατατεθέν της. Μη σας ξεγελά όμως η τρυφεράδα αυτή: γράφει χωρίς να φοβάται τα νοήματά της, με περισσότερο πάθος απ' ότι κι αν οι λέξεις βροντοφωνούσαν. Οι πομπώδεις αναφορές ή η διαρκής έκρηξη σκηνών δεν ανάγει αυτομάτως το έργο σε δυνατό. Μπορεί να το κάνει περιπετειώδες, μπορεί να το κάνει υπερβολικό και παρόλα αυτά να μην διεγείρει τίποτ' άλλο παρά την αδρεναλίνη. Δυνατό είναι το μυθιστόρημα που κάνει τον αναγνώστη να πονά, να γελά, να χαίρεται και να εκπλήσσεται. Το «Αγαπώ θα πει Χάνομαι» είναι δυνατό με αυτόν τον τρόπο.

Πέρα όμως από τους χαρακτήρες της και την πλοκή της, η Ρένα Ρώσση - Ζαΐρη, ταξιδεύει και με τις περιγραφές της. Η Φλωρεντία του Ponte Vecchio και της Duomo μέσα στο βιβλίο μοιάζει να έχει περισσότερα χρώματα κι απ' όλους τους πίνακες που φιλοξενεί. Ένα Ντουμπάι που βγαίνει ολοζώντανο από το παραμύθι της Σεχραζάτ, μιας εποχής ξεχασμένης και συνάμα τωρινής. Και τέλος η Σαντορίνη σαν να μιλά όλη η Ελλάδα.

Με την αλμύρα, τον ήλιο, την άμμο και το πέλαγος. Γαλάζια και λευκή μα προπάντων καλοκαιρινή. Ένα νησί που μιλά στην καρδιά του αναγνώστη γιατί αναγνωρίζει τις εικόνες, τη μυρωδιά της χώρας του. Αυτό που έχει η Ρένα Ρώσση - Ζαΐρη, που την κάνει να ξεχωρίζει, είναι το μεράκι της, είναι η ατόφια συναισθηματικότητα που κυριαρχεί στο κείμενό της, κάνοντας τον αναγνώστη να δει την καθημερινότητα, το γνωστό και το οικείο, από τη δική της οπτική πλευρά, ενώ παράλληλα να γίνεται μαγική και ενδιαφέρουσα. Να παρατηρεί - ή να συνειδητοποιεί πόσα χρώματα, πόσα χαμόγελα υπάρχουν γύρω μας. Τα λουλούδια, οι κήποι, τα φιλιά, οι αγκαλιές, το χαμόγελο της Ελίνας είναι μεταδοτικά. Νομίζεις ότι το γεράνι στο μπαλκόνι σου θα σου ψιθυρίσει καλημέρα. Νομίζεις ότι αν γύρεις το κεφάλι, θα πάρει το μάτι σου ένα κορίτσι να σε χαιρετά, να σ' αγαπά. Η ομορφιά της Μαρίνας θαμπώνει, μεθάει. Η δύναμη της Αλεξάνδρας, το πείσμα της κι η σταθερότητά της. Όμοια με τα θεμέλια της, γιατί μεταδίδει αυτοπεποίθηση, πίστη στην προσωπική μας αλήθεια που δεν ανταλλάσσεται με κανένα συναίσθημα.

Μας είναι οικείο το μυθιστόρημα, όχι γιατί δεν μπορούμε να βγούμε έξω και να δούμε τη Μαρίνα δίπλα μας ή να διαβάσουμε για τον κάθε Διονύση στις εφημερίδες. Είναι οικείο, γιατί η συγγραφέας μιλά στους αναγνώστες της με την ίδια ειλικρίνεια που μιλά στον εαυτό της. Μας είναι οικείο, γιατί εγείρει μνήμες από γνωστά και ξεχασμένα. Γιατί κάνει τα ελληνικά τοπία να γίνονται ακόμα πιο όμορφα και τους χαρακτήρες, όσο σκληροί ή τρυφεροί, ανθρώπινοι.

Σαν τα λουλούδια που χρειάζονται νερό, έτσι και το μυθιστόρημα αυτό χρειάζεται μια ανάγνωση ψυχής. Την ζητά από τον αναγνώστη, την επιθυμεί και την έλκει. Όση κι αν είναι η μυθοπλασία της συγγραφέα, μόλις στραγγίξει η ιστορία, απομένει η «ανάσα» της όταν έγραφε. Κι αυτή η ιστορία της Ρένας Ρώσση – Ζαΐρη μοιάζει με μαγιάτικο στεφάνι. Πολύχρωμο, ζωντανό, αισιόδοξο. Μόνο καλό μπορεί να αφήσει μέσα του. Χάνεσαι μέσα στα λόγια της, χάνεσαι μέσα στο βιβλίο της. Αναπόφευκτα θα πει ότι αγαπάς,

(εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ)